Ξέρω πως αποκοιμήθηκες αγκαλιά με τον θυμό σου, με εκείνη τη λύπη που δεν λέει να φύγει, με τις ενοχές που σφίγγουν το στήθος σου και την απόγνωση που ψιθυρίζει πως δεν αντέχεις άλλο.
Ξέρω πως έκλεισες τα μάτια και ήλπισες ότι ο ύπνος θα πάρει μαζί του όλα όσα δεν μπόρεσες να αντέξεις μέσα στη μέρα.
Μα ο ύπνος δεν γιατρεύει, όταν η ψυχή πονάει σιωπηλά.
Γιατί μέσα στη δύσκολη μέρα, δεν στάθηκες στιγμή να ακούσεις εσένα.
Δεν πήρες ούτε πέντε λεπτά να κλείσεις τα μάτια και να νιώσεις.
Να ανασάνεις. Να αφήσεις να ακουστεί η καρδιά σου.
Δεν χάρισες στον εαυτό σου τη σιωπή, την ηρεμία, την απλή αυτοπαρατήρηση.
Δεν του είπες «σε βλέπω, σε νιώθω, είμαι εδώ».
Κι έτσι τα συναισθήματα έμειναν μέσα σου. Κλειστά.
Και σήμερα ξύπνησες κουβαλώντας τα ίδια βάρη ,λίγο πιο βαριά, λίγο πιο πνιγηρά.
Γιατί ό,τι δεν αφήνουμε να ξεχυθεί, ριζώνει.
Και ό,τι ριζώνει, πνίγει.
Μα απόψε… μπορείς να κάνεις κάτι διαφορετικό.
Μπορείς να σταθείς για λίγο μόνη σου και να αναπνεύσεις.
Να πεις «ως εδώ».
Να αφήσεις τον θυμό να κυλήσει, τη λύπη να ξεπλυθεί, τις ενοχές να διαλυθούν στο φως της κατανόησης.
Μπορείς να αγκαλιάσεις εσένα, έτσι όπως είσαι. Κουρασμένη, ευάλωτη, αληθινή.
Κι εκεί, μέσα στη σιωπή, θα νιώσεις ξανά τη ζωή να ρέει μέσα σου.
Ήρεμα.
Απαλά.
Όπως η ψυχή σου πάντα ήθελε.
Γιατί η ηρεμία δεν έρχεται όταν όλα έξω γαληνεύουν.
Έρχεται όταν εσύ αποφασίζεις να στραφείς μέσα σου
και να θυμηθείς ότι η γαλήνη δεν χάθηκε ποτέ.
Απλώς περίμενε εσένα να την ακούσεις.